Δευτέρα 1 Ιουνίου 2026

Ελλάδα που πληγώνει και η Ελλάδα που λησμονεί τον εαυτό της

 

Η Ελλάδα που πληγώνει και η Ελλάδα που λησμονεί τον εαυτό της

Ο Γιώργος Σεφέρης, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του ελληνισμού, διατύπωσε τη διαχρονική φράση: «Όπου και να ταξιδέψω, η Ελλάδα με πληγώνει». Δεν επρόκειτο για απόρριψη της πατρίδας, αλλά για κραυγή αγωνίας ενός ανθρώπου που αγαπούσε βαθιά την Ελλάδα και πονούσε βλέποντας τις αντιφάσεις, τις αδυναμίες και τις ιστορικές της περιπέτειες. Ήταν η οδύνη ενός πνευματικού ανθρώπου που αντιλαμβανόταν ότι η Ελλάδα δεν είναι μόνο γεωγραφία ή κράτος, αλλά πολιτισμός, ιστορική μνήμη και διαρκής ευθύνη.

Στις αρχές του 21ου αιώνα, η ίδια αυτή αγωνία φαίνεται να αποκτά νέες διαστάσεις. Ο Ακαδημαϊκός Αλέξιος Παναγόπουλος, εκπροσωπώντας τον ελληνικό επιστημονικό λόγο σε διεθνή ακαδημαϊκά περιβάλλοντα, θα μπορούσε να παραφράσει τον Σεφέρη λέγοντας ότι δεν τον πληγώνει η Ελλάδα ως ιδέα, ως ιστορία ή ως πολιτισμός, αλλά η απομάκρυνση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας από τις ίδιες τις πνευματικές και πολιτισμικές της ρίζες. Τον πληγώνει η λήθη της ιστορικής συνέχειας, η υποχώρηση της εθνικής αυτογνωσίας, η υποτίμηση της πνευματικής παρακαταθήκης του ελληνισμού και η αντικατάσταση της συλλογικής ευθύνης από τον ατομικισμό και την ιδιοτέλεια.

Ιδιαίτερα οξύ είναι το φαινόμενο κατά το οποίο ένας Έλληνας ακαδημαϊκός που τιμάται, αναγνωρίζεται και προβάλλει τον ελληνικό πολιτισμό σε ξένες ακαδημίες, διεθνή επιστημονικά φόρα και παγκόσμιους οργανισμούς, συχνά αντιμετωπίζεται με καχυποψία, αμφισβήτηση ή ακόμη και ειρωνεία από τμήματα της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας. Ενώ στο εξωτερικό η προσφορά του αξιολογείται με βάση το επιστημονικό έργο, τη διεθνή παρουσία και τη συμβολή του στην προαγωγή της γνώσης, εντός των ελληνικών συνόρων δεν είναι σπάνιο να επικρατούν η μικροψυχία, ο φθόνος και η αδυναμία αναγνώρισης της αριστείας.

Το παράδοξο αυτό δεν αποτελεί απλώς κοινωνικό φαινόμενο. Αντανακλά βαθύτερη κρίση αυτοσυνειδησίας. Ένα έθνος που δεν αναγνωρίζει τους ανθρώπους οι οποίοι προβάλλουν το όνομά του διεθνώς, κινδυνεύει να απολέσει την επαφή του με τις ίδιες τις πηγές της δημιουργικής του συνέχειας. 

Η ακαδημαϊκή και πνευματική διάκριση δεν αποτελεί προσωπικό τρόπαιο του επιστήμονα· αποτελεί ταυτόχρονα τιμή για την πατρίδα που εκπροσωπεί, για τη γλώσσα που ομιλεί και για τον πολιτισμό από τον οποίο προέρχεται.

Η σύγχρονη Ελλάδα βρίσκεται συχνά ενώπιον μιας εσωτερικής αντίφασης. Από τη μία πλευρά υπερηφανεύεται για την αρχαία της κληρονομιά, τη βυζαντινή της παράδοση και την παγκόσμια συμβολή του ελληνισμού. Από την άλλη, αδυνατεί πολλές φορές να αναγνωρίσει εκείνους τους ακαδημαϊκούς που συνεχίζουν να υπηρετούν αυτή την παράδοση στο παρόν. Αντί να αγκαλιάζει τους πνευματικούς της ανθρώπους, συχνά τους αντιμετωπίζει ως «ξένους» μέσα στον ίδιο τους τον τόπο, επειδή ακριβώς αναγνωρίστηκαν πρώτα εκτός συνόρων.

Ίσως λοιπόν ο πόνος που εξέφρασε ο Σεφέρης να μην έχει εκλείψει. Ίσως σήμερα να αποκτά νέα μορφή. Η Ελλάδα δεν πληγώνει επειδή στερείται ιστορίας ή πολιτισμού. Πληγώνει όταν λησμονεί τη δύναμη αυτής της ιστορίας και αυτού του πολιτισμού. Πληγώνει όταν δυσπιστεί απέναντι στα ίδια της τα τέκνα που εργάζονται για τη διεθνή προβολή της. Πληγώνει όταν αδυνατεί να διακρίνει ότι η μεγαλύτερη εθνική επένδυση δεν είναι μόνο η οικονομία ή η πολιτική ισχύς, αλλά το ανθρώπινο πνευματικό κεφάλαιο.

Και τότε ο στοχασμός του Σεφέρη συναντά τον προβληματισμό του σύγχρονου ακαδημαϊκού: δεν είναι η Ελλάδα που απογοητεύει, αλλά η απόσταση ανάμεσα στην Ελλάδα που θα μπορούσε πραγματικά να είναι και στην Ελλάδα που επιλέγει σήμερα να είναι. Εκεί βρίσκεται η πληγή. Και εκεί βρίσκεται, ταυτόχρονα, η ελπίδα της θεραπείας της. Γιατί όσο υπάρχουν Έλληνες που υπηρετούν διεθνώς την επιστήμη, τον πολιτισμό και την αλήθεια, εντός και εκτός συνόρων, παραμένει ζωντανή η δυνατότητα της εθνικής αυτογνωσίας και της ιστορικής αναγέννησης.

Academician Prof. DDDr. Dr. Habil. Alexios P. Panagopoulos

Ακαδημαϊκός –.