Η ποιμαντική ευθύνη του Ορθοδόξου κληρικού υπό το φως του Κανονικού Δικαίου και της Πατερικής Παραδόσεως
Του Καθηγητή Δρ. Αλεξίου Π. Παναγόπουλου - Ακαδημαϊκός της Ευρώπης.
Η κρίση των θεσμών δεν αρχίζει όταν αμφισβητούνται οι νόμοι τους. Αρχίζει όταν οι λειτουργοί τους παύουν να εκφράζουν το πνεύμα τους. Η διαπίστωση αυτή ισχύει κατ' εξοχήν για την Ορθόδοξη Εκκλησία, όπου η αυθεντία δεν εδράζεται στην εξουσία, αλλά στη διακονία, στην ταπείνωση και στην προσωπική μαρτυρία ζωής.
Ο Χριστός έθεσε το αδιαπραγμάτευτο πρότυπο της ιεροσύνης: «Ὁ δὲ μείζων ἐν ὑμῖν ἔστω ὡς ὁ νεώτερος, καὶ ὁ ἡγούμενος ὡς ὁ διακονῶν» (Λουκ. 22:26). Ο δε Απόστολος Παύλος απαιτεί ο επίσκοπος να είναι «ἀνεπίληπτος», «φιλόξενος», «ἐπιεικής», «κόσμιος» και «διδακτικός» (Α΄ Τιμ. 3:2-3· Τίτ. 1:7-9). Η προς Εβραίους Επιστολή παρουσιάζει ως πρότυπο της αρχιερωσύνης τον ίδιο τον Χριστό: «ὅσιος, ἄκακος, ἀμίαντος» (Εβρ. 7:26).
Η κανονική παράδοση της Εκκλησίας ουδέποτε αντιμετώπισε την ευγένεια, την πραότητα και την προσβασιμότητα του ποιμένα ως απλές κοινωνικές αρετές. Αντιθέτως, τις θεωρεί ουσιώδη στοιχεία της ποιμαντικής διακονίας. Οι Αποστολικοί Κανόνες απαιτούν από τον κληρικό βίο αντάξιο του λειτουργήματός του, ενώ η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος (691–692 μ.Χ.) υπογραμμίζει ότι η συμπεριφορά των κληρικών οφείλει να είναι υποδειγματική, ώστε να μη γίνεται αιτία σκανδαλισμού των πιστών. Η κανονική ακρίβεια δεν περιορίζεται στη σωστή τέλεση των Ιερών Μυστηρίων, αλλά εκτείνεται στην καθημερινή ποιμαντική στάση.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στο μνημειώδες έργο του «Περὶ Ἱερωσύνης», επισημαίνει ότι η ιεροσύνη αποτελεί το υψηλότερο λειτούργημα ευθύνης, διότι ο ιερέας λογοδοτεί όχι μόνο για τα λόγια και τις πράξεις του, αλλά και για την πνευματική οικοδομή ή τον σκανδαλισμό του ποιμνίου. Η ποιμαντική αδιαφορία, η έλλειψη διαθεσιμότητας και η απουσία στοιχειώδους σεβασμού προς τον άνθρωπο δεν συνάδουν με το πρότυπο του καλού ποιμένα.
Από νομοκανονική σκοπιά, ο κληρικός δεν δεσμεύεται μόνο από κανόνες δικαίου αλλά και από την αρχή της οἰκονομίας, δηλαδή της φιλάνθρωπης ποιμαντικής αντιμετώπισης κάθε πιστού. Η αυστηρότητα επιτρέπεται μόνο όταν υπηρετεί τη σωτηρία του ανθρώπου· ουδέποτε ως έκφραση αδιαφορίας ή προσωπικής υπεροψίας.
Η επαναλαμβανόμενη ψυχρότητα ή αδιαφορία απέναντι στους πιστούς δεν πρέπει να υποτιμάται ως ζήτημα ιδιοσυγκρασίας. Όταν τέτοιες συμπεριφορές αποκτούν διάρκεια, εγείρουν εύλογο θεολογικό και ποιμαντικό προβληματισμό, διότι ο κληρικός καλείται να αποτελεί ζωντανή εικόνα της αγάπης του Χριστού. Ο πιστός δεν προσέρχεται στον ποιμένα για να συναντήσει έναν διοικητικό παράγοντα, αλλά έναν πνευματικό πατέρα.
Η θεσμική κριτική απέναντι σε τέτοια φαινόμενα δεν συνιστά επίθεση κατά της Εκκλησίας. Αντιθέτως, αποτελεί πράξη ευθύνης απέναντι στον ίδιο τον εκκλησιαστικό θεσμό. Η Εκκλησία διατηρεί το κύρος της όχι χάρη στην εξωτερική ισχύ των λειτουργών της, αλλά χάρη στην αγιότητα, την ταπείνωση και τη θυσιαστική τους αγάπη.
Η ιστορία της Ορθοδοξίας διδάσκει ότι οι μεγάλοι ποιμένες δεν ξεχώρισαν επειδή απαιτούσαν τιμές, αλλά επειδή πρώτοι τιμούσαν κάθε άνθρωπο ως εικόνα Θεού. Εκεί βρίσκεται η ουσία της ποιμαντικής διακονίας και εκεί κρίνεται τελικά κάθε φορέας της ιεροσύνης.
Η Εκκλησία έχει ανάγκη από ποιμένες που εμπνέουν με το παράδειγμά τους, όχι από πρόσωπα που περιορίζονται στην άσκηση του λειτουργικού τους καθήκοντος. Η ταπείνωση, η πραότητα και η ποιμαντική διαθεσιμότητα δεν είναι προαιρετικές αρετές· αποτελούν κανονική και θεολογική υποχρέωση, από την οποία εξαρτάται η αξιοπιστία της εκκλησιαστικής μαρτυρίας στον σύγχρονο κόσμο.
Η Ωκεανία του Όργουελ μήπως είναι πολύ κοντά μας ?.












