Θέμα.
Το Κανονικό Δίκαιο της Εκκλησίας και η Συμπροσευχή.
Οι Ιεροί Κανόνες και η κανονική διάκριση μεταξύ εκκλησιαστικής κοινωνίας, διαλόγου και συμπροσευχής
Στη μακραίωνη κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας, η συμπροσευχή με αιρετικούς ή σχισματικούς δεν αντιμετωπίζεται ως μια απλή κοινωνική ή εθιμοτυπική πράξη. Συνδέεται με την έννοια της εκκλησιαστικής κοινωνίας και με τη μαρτυρία της πίστεως.
Οι Ιεροί Κανόνες που ακολουθούν αποτελούν χαρακτηριστικές διατάξεις αυτής της κανονικής παραδόσεως. Παράλληλα, απαιτείται διάκριση: άλλο είναι ο διεθνής θεολογικός διάλογος, οι διεθνείς εκκλησιαστικές σχέσεις, η κοινωνική συνάντηση ή η συνεργασία για ένα κοινό ζήτημα και άλλο η κοινή λατρευτική προσευχή.
Οι Αποστολικοί Κανόνες
1. Ι΄ Κανών των Αγίων Αποστόλων
«Εἴ τις ἀκοινωνήτῳ, κἂν ἐν οἴκῳ συνεύξηται, οὗτος ἀφοριζέσθω.»
Σύντομη ερμηνεία:
Ο κανόνας απαγορεύει την κατ’ ιδίαν συμπροσευχή με πρόσωπο που βρίσκεται σε κατάσταση ακοινωνησίας. Η διάταξη δείχνει ότι η κοινή προσευχή δεν θεωρείται εκκλησιολογικά ουδέτερη πράξη.
2. ΙΑ΄ Κανών των Αγίων Αποστόλων
«Εἴ τις καθηρημένῳ, κληρικός ὢν, κληρικῷ συνεύξηται, καθαιρείσθω καὶ αὐτός.»
Σύντομη ερμηνεία:
Εδώ η κανονική αυστηρότητα αφορά κληρικό ο οποίος συμπροσεύχεται με καθηρημένο κληρικό. Η διάταξη προστατεύει την εκκλησιαστική τάξη και την ισχύ της κανονικής ποινής.
3. ΜΕ΄ Κανών των Αγίων Αποστόλων
«Ἐπίσκοπος, ἢ Πρεσβύτερος, ἢ Διάκονος αἱρετικοῖς συνευξάμενος, μόνον, ἀφοριζέσθω, εἰ δὲ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς, ὡς Κληρικοῖς ἐνεργῆσαί τι, καθαιρείσθω.»
Σύντομη ερμηνεία:
Ο κανόνας διακρίνει τη συμπροσευχή από μια ακόμη σοβαρότερη πράξη: την αναγνώριση αιρετικού ως κληρικού και την παραχώρηση σε αυτόν δυνατότητας να ενεργήσει ως κληρικός. Η κανονική συνέπεια είναι διαφορετική και αυστηρότερη στη δεύτερη περίπτωση.
4. ΞΔ΄ Κανών των Αγίων Αποστόλων
«Εἴ τις Κληρικός, ἢ Λαϊκός εἰσέλθοι εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων, ἢ αἱρετικῶν προσεύξασθαι, καὶ καθαιρείσθω, καὶ ἀφοριζέσθω.»
Σύντομη ερμηνεία:
Δεν απαγορεύεται απλώς και μόνο η παρουσία σε έναν χώρο άλλης θρησκευτικής ή δογματικής κοινότητας. Ο κανόνας αναφέρεται ειδικά στην είσοδο με σκοπό την προσευχή, δηλαδή στη συμμετοχή στη λατρευτική πράξη.
5. ΟΑ΄ Κανών των Αγίων Αποστόλων
«Εἴ τις Χριστιανὸς ἔλαιον ἀπενέγκοι εἰς ἱερὸν ἐθνῶν, ἢ εἰς συναγωγὴν Ἰουδαίων ἐν ταῖς ἑορταῖς αὐτῶν, ἢ λύχνους ἅπτοι, ἀφοριζέσθω.»
Σύντομη ερμηνεία:
Ο κανόνας αφορά συμμετοχή σε λατρευτικές πράξεις άλλης θρησκευτικής κοινότητας. Η λογική του είναι ότι ο χριστιανός δεν πρέπει να συμμετέχει συμβολικά ή τελετουργικά στη λατρεία που ασκείται εκτός της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Οι Κανόνες της Λαοδικείας
6. ΣΤ΄ Κανών της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου
«Περὶ τοῦ, μὴ συγχωρεῖν τοῖς αἱρετικοῖς εἰσιέναι εἰς τὸν οἶκον τοῦ Θεοῦ, ἐπιμένοντας τῇ αἱρέσει.»
Σύντομη ερμηνεία:
Ο κανόνας συνδέει την είσοδο στον ναό με την κατάσταση του προσώπου και τη στάση του απέναντι στην αίρεση. Το ζήτημα είναι η συμμετοχή στην εκκλησιαστική ζωή χωρίς προηγούμενη αποκατάσταση της πίστεως και της κοινωνίας.
7. Θ΄ Κανών της εν Λαοδικεία Τοπικής Συνόδου
«Περὶ τοῦ, μὴ συγχωρεῖν εἰς τὰ κοιμητήρια, ἢ εἰς τὰ λεγόμενα μαρτύρια πάντων τῶν αἱρετικῶν ἀπιέναι τοὺς τῆς Ἐκκλησίας, εὐχῆς ἢ θεραπείας ἕνεκα, ἀλλὰ τοὺς τοιούτους, ἐὰν ὦσι πιστοί, ἀκοινωνήτους γίνεσθαι μέχρι τινός, μετανοοῦντας δέ, καὶ ἐξομολογουμένους ἐσφάλθαι, παραδέχεσθαι.»
Σύντομη ερμηνεία:
Εδώ η απαγόρευση συνδέεται ακόμη και με την προσφυγή σε χώρους αιρετικών «εὐχῆς ἢ θεραπείας ἕνεκα». Η νομοκανονική παράδοση αντιμετωπίζει συνεπώς την αναζήτηση θρησκευτικής ή θεραπευτικής πράξεως σε τέτοιο πλαίσιο, ως ζήτημα που μπορεί να επηρεάσει την εκκλησιαστική κοινωνία.
8. ΛΒ΄ Κανών της εν Λαοδικεία Συνόδου
«Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικῶν εὐλογίας λαμβάνειν, αἵτινές εἰσιν ἀλογίαι μᾶλλον, ἢ εὐλογίαι.»
Σύντομη ερμηνεία:
Η διάταξη αφορά την αποδοχή θρησκευτικής «ευλογίας» από αιρετικούς. Η κανονική σκέψη υπογραμμίζει ότι η ευλογία δεν αντιμετωπίζεται ως απλή τυπική χειρονομία, αλλά ως πράξη που συνδέεται με την πίστη και την εκκλησιαστική κοινωνία.
9. ΛΓ΄ Κανών της εν Λαοδικεία Συνόδου
«Ὅτι οὐ δεῖ αἱρετικοῖς ἢ σχισματικοῖς συνεύχεσθαι.»
Σύντομη ερμηνεία:
Πρόκειται για την πλέον σύντομη και σαφή διατύπωση της κανονικής αρχής: δεν επιτρέπεται η συμπροσευχή με αιρετικούς ή σχισματικούς.
10. ΛΔ΄ Κανών της εν Λαοδικεία Συνόδου
«Ὅτι οὐ δεῖ πάντα χριστιανὸν ἐγκαταλείπειν μάρτυρας Χριστοῦ καὶ ἀπιέναι πρὸς τοὺς ψευδομάρτυρας, τουτέστιν αἱρετικῶν, ἢ αὐτοὺς πρὸς τοὺς προειρημένους αἱρετικοὺς γενομένους· Οὗτοι γὰρ ἀλλότριοι τοῦ Θεοῦ τυγχάνουσιν. Ἔστωσαν οὖν ἀνάθεμα οἱ ἀπερχόμενοι πρὸς αὐτούς.»
Σύντομη ερμηνεία:
Ο κανόνας χρησιμοποιεί εξαιρετικά αυστηρή γλώσσα για την προσφυγή σε αιρετικούς αντί των μαρτύρων της Εκκλησίας. Η διατύπωση πρέπει να διαβαστεί στο ιστορικό και εκκλησιολογικό ορθόδοξο πλαίσιο της Συνόδου και δεν πρέπει να μετατρέπεται άκριτα σε προσωπικό χαρακτηρισμό σύγχρονων ανθρώπων.
11. ΛΖ΄ Κανών της εν Λαοδικεία Συνόδου
«Ὅτι οὐ δεῖ παρὰ τῶν Ἰουδαίων ἢ αἱρετικῶν τὰ πεμπόμενα ἑορταστικὰ λαμβάνειν, μηδὲ συνεορτάζειν αὐτοῖς.»
Σύντομη ερμηνεία:
Η διάταξη αφορά την κοινή εορταστική και θρησκευτική πρακτική. Η νομοκανονική διάκριση εδώ είναι μεταξύ κοινωνικής σχέσης και συνεορτασμού ως θρησκευτικής πράξεως.
Ο Άγιος Τιμόθεος Αλεξανδρείας
12. Θ΄ Κανών του Αγίου Τιμοθέου Αλεξανδρείας
«Ἐρώτησις. Εἰ ὀφείλει Κληρικός εὔχεσθαι, παρόντων Ἀρειανῶν, ἢ ἄλλων αἱρετικῶν; ἢ οὐδὲν αὐτὸν βλάπτει, ὁπόταν αὐτὸς ποιῇ τὴν εὐχήν, ἤγουν τὴν προσφοράν; Ἀπόκρισις. Ἐν τῇ θείᾳ ἀναφορᾷ ὁ Διάκονος προσφωνεῖ πρὸ τοῦ ἀσπασμοῦ. “Οἱ ἀκοινώνητοι περιπατήσατε.” Οὐκ ὀφείλουσιν οὖν παρεῖναι, εἰ μὴ ἂν ἐπαγγέλλωνται μετανοεῖν καὶ ἐκφεύγειν τὴν αἵρεσιν.»
Σύντομη ερμηνεία:
Η απάντηση του Αγίου Τιμοθέου συνδέει την παρουσία των αιρετικών με την τάξη της Θείας Ευχαριστίας. Η βασική διάκριση είναι η μετάνοια και η μεταξύ τους, της παρουσίας σε έναν χώρο και της συμμετοχής στην ευχαριστιακή κοινωνία.
Η Αντιόχεια
13. Β΄ Κανών της εν Αντιοχεία Συνόδου
«Πάντας τοὺς εἰσιόντας εἰς τὴν Ἐκκλησίαν καὶ τῶν ἱερῶν Γραφῶν ἀκούοντας, μὴ κοινωνοῦντας δὲ εὐχῆς ἅμα τῷ λαῷ ἢ ἀποστρεφομένους τὴν ἁγίαν μετάληψιν τῆς Εὐχαριστίας κατὰ τινα ἀταξίαν, τούτους ἀποβλήτους γίνεσθαι τῆς Ἐκκλησίας, ἕως ἂν ἐξομολογησάμενοι καὶ δείξαντες καρποὺς μετανοίας καὶ παρακαλέσαντες τυχεῖν δυνηθῶσι συγγνώμης, μὴ ἐξείναι δὲ κοινωνεῖν τοῖς ἀκοινωνήτοις, μηδὲ κατ’ οἴκους συνελθόντας συνεύχεσθαι τοῖς μὴ τῇ Ἐκκλησίᾳ συνευχομένοις, μηδὲ μὴ συναγομένοις. Εἰ δὲ φανείη τις τῶν ἐπισκόπων, ἢ πρεσβυτέρων, ἢ διακόνων, ἢ τις τοῦ κανόνος τοῖς ἀκοινωνήτοις κοινωνῶν, καὶ τοῦτον ἀκοινώνητον εἶναι, ὡς ἂν συγχέοντα τὸν κανόνα τῆς Ἐκκλησίας.»
Σύντομη ερμηνεία:
Ο Αντιοχειανός κανόνας είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικός, διότι αποτρέπει οποιαδήποτε κοινωνία με αιρετικούς, συνδέει την εκκλησιαστική κοινωνία, την κοινή προσευχή και τη Θεία Ευχαριστία. Παράλληλα, επισημαίνει ότι η παραβίαση της νομοκανονικής τάξεως δεν θεωρείται αδιάφορη πράξη, ιδίως όταν προέρχεται από κληρικό.
Η επικύρωση από τις Οικουμενικές Συνόδους
14. Α΄ Κανών της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου
Ο Α΄ Κανών της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου επικυρώνει την κανονική παράδοση των προηγουμένων Συνόδων.
Σύντομη ερμηνεία:
Η σημασία της διάταξης βρίσκεται στην ενσωμάτωση προηγουμένων κανονικών αποφάσεων στο ευρύτερο σώμα της εκκλησιαστικής κανονικής τάξεως.
15. Β΄ Κανών της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου
Ο Β΄ Κανών της ΣΤ΄ Οικουμενικής Συνόδου καταγράφει και επικυρώνει το ευρύτερο σώμα των Ιερών Κανόνων, μεταξύ των οποίων τους Αποστολικούς Κανόνες, τους κανόνες της Λαοδικείας και της Αντιοχείας, καθώς και τις κανονικές απαντήσεις του Αγίου Τιμοθέου Αλεξανδρείας.
Σύντομη ερμηνεία:
Εδώ βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα σημεία για τη νομοκανονική μελέτη: οι κανόνες αυτοί δεν παραμένουν μεμονωμένα ιστορικά κείμενα, αλλά εντάσσονται στο ζωντανό κανονικό σώμα που η Εκκλησία αναγνωρίζει και διαφυλάσσει.
16. Α΄ Κανών της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου
Ο Α΄ Κανών της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου αναφέρεται επίσης στην τήρηση των Ιερών Κανόνων και στην υποχρέωση του εκκλησιαστικού σώματος να παραμένει εντός της κανονικής τάξεως.
Σύντομη ερμηνεία:
Η αναφορά αυτή ολοκληρώνει την εικόνα μιας συνεχούς κανονικής παραδόσεως, στην οποία οι μεταγενέστερες Οικουμενικές Σύνοδοι δεν αντιμετωπίζουν τους προηγούμενους κανόνες ως απλές ιστορικές μαρτυρίες, αλλά ως μέρος της υποχρεωτικής εκκλησιαστικής κανονικής συνειδήσεως.
Η αναγκαία κανονική διάκριση
Από το σύνολο των παραπάνω κανόνων προκύπτει μια σαφής κανονική αρχή σχετικά με τη συμπροσευχή, ως πράξη απαγορευμένη για τη κοινή λατρευτική πράξη. Η αρχή αυτή δεν πρέπει να επεκτείνεται αυθαίρετα σε κάθε μορφή επικοινωνίας μεταξύ ανθρώπων διαφορετικών ομολογιών ή θρησκευτικών παραδόσεων.
Ο διεθνής θεολογικός διάλογος δεν ταυτίζεται με τη συμπροσευχή, πλην απαγορεύει εάν την προϋποθέτει ως έναρξη.
Η καθημερινή κοινωνική συνάντηση δεν ταυτίζεται με τη συμπροσευχή.
Η επιστημονική συνεργασία σε όλες τις επιστήμες δεν ταυτίζεται με τη συμπροσευχή.
Η διεθνής συνεργασία για την ειρήνη, την κοινωνική αλληλεγγύη ή την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δεν αποτελεί από μόνη της, κοινή λατρευτική πράξη.
Το κανονικό ζήτημα ανακύπτει όταν υπάρχει κοινή θρησκευτική ή λατρευτική πράξη, δηλαδή πράξη που μπορεί να εκληφθεί ως έκφραση κοινής προσευχής και εκκλησιαστικής κοινωνίας.
Αυτή η διάκριση είναι απαραίτητη, διότι διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος είτε να αποδυναμωθεί το πραγματικό περιεχόμενο των Ιερών Κανόνων είτε, αντιθέτως, να χρησιμοποιηθούν οι κανόνες έξω από το ιστορικό, δογματικό και εκκλησιολογικό τους πλαίσιο.
Επίλογος
Οι Ιεροί Κανόνες που αναφέρονται στη συμπροσευχή εκφράζουν μια σταθερή κανονική αντίληψη: η προσευχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν είναι απλώς μια γενική θρησκευτική χειρονομία, αλλά πράξη πίστεως και κοινωνίας.
Γι’ αυτό και η κανονική παράδοση θέτει όρια στη συμμετοχή σε κοινές λατρευτικές πράξεις με αιρετικούς και σχισματικούς.
Ταυτόχρονα, η ορθή κανονική εφαρμογή απαιτεί διάκριση, ακρίβεια και αποφυγή αυθαίρετων γενικεύσεων. Ο σεβασμός προς τον άλλο άνθρωπο, δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με τη δογματική ταύτιση· ο διεθνής διάλογος δεν ταυτίζεται με τη συμπροσευχή· και η ειρηνική συνύπαρξη δεν ταυτίζεται με την εκκλησιαστική κοινωνία.
Η νομοκανονική παράδοση ζητεί, επομένως, και ακρίβεια στην πίστη και ακρίβεια στη διάκριση.
Γράφει ο Ακαδημαϊκός και Καθηγητής DDDr. Dr.Habil. PANAGOPOULOS P. ALEXIOS