Σαφή κανονιστική κριτική: Τέμπη και «Βιολάντα» - θεσμική αδιαφάνεια ως ρωγμή στο κράτος δικαίου.
Η σύγκριση μεταξύ της υπόθεσης της βιομηχανικής εγκατάστασης «Βιολάντα» και του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών δεν αποτελεί ρητορική υπερβολή ούτε συναισθηματική αντιπαραβολή. Συνιστά καθαρή θεσμική δοκιμασία του κράτους δικαίου και, ταυτόχρονα, αποτύπωση των ορίων της διαφάνειας όταν το ίδιο το Κράτος καθίσταται αντικείμενο ελέγχου.
Στην περίπτωση της «Βιολάντα», μετά από έκρηξη με θανατηφόρο αποτέλεσμα, οι αρμόδιες αρχές εφάρμοσαν τα προβλεπόμενα από την ποινική δικονομία και την επιστήμη της εγκληματολογίας: άμεση σφράγιση του χώρου, αποκλεισμός πρόσβασης, πλήρης διατήρηση του τόπου του συμβάντος και συλλογή αποδεικτικού υλικού χωρίς προηγούμενη ανθρώπινη ή μηχανική επέμβαση. Η πρακτική αυτή δεν αποτέλεσε πράξη «υπερβάλλοντος ζήλου», αλλά τήρηση στοιχειωδών θεσμικών εγγυήσεων.
Αντιθέτως, στα Τέμπη παρατηρήθηκε μία ακολουθία ενεργειών και παραλείψεων που υπονομεύουν τον πυρήνα της έννοιας της αποτελεσματικής διερεύνησης: επιχωματώσεις, μεταφορά υλικών, αλλοίωση του τόπου μαζικού θανάτου, καθώς και σοβαρά ερωτήματα ως προς την ακεραιότητα κρίσιμων ηχητικών και οπτικών δεδομένων. Οι πράξεις αυτές δεν συνάδουν με την αρχή της διαφάνειας ούτε με τις θετικές υποχρεώσεις της Πολιτείας έναντι των θυμάτων και της κοινωνίας.
Η ουσιώδης διαφοροποίηση μεταξύ των δύο περιπτώσεων είναι θεσμικά αποκαλυπτική. Στη «Βιολάντα» το Κράτος λειτουργούσε ως ερευνητής τρίτων. Στα Τέμπη, το Κράτος και οι δομές του αποτέλεσαν αντικείμενο διερεύνησης. Σε αυτό ακριβώς το σημείο αναδεικνύεται το πρόβλημα της θεσμικής αδιαφάνειας: όταν ο ελέγχων ταυτίζεται με τον ελεγχόμενο, η ουδετερότητα της έρευνας καθίσταται αμφίβολη και η εμπιστοσύνη στο κράτος δικαίου διαβρώνεται.
Η αλλοίωση ή «τακτοποίηση» του τόπου ενός συμβάντος με δεκάδες νεκρούς δεν μπορεί να ερμηνευθεί ως τεχνική ή επιχειρησιακή αναγκαιότητα. Αποτελεί πράξη με σαφές κανονιστικό περιεχόμενο, διότι επηρεάζει ευθέως τη δυνατότητα απόδοσης ποινικών, διοικητικών και πολιτικών ευθυνών. Σε ένα κράτος δικαίου, η διαφύλαξη των αποδεικτικών στοιχείων είναι δεσμία υποχρέωση της Διοίκησης, όχι αντικείμενο πολιτικής διαχείρισης.
Η σύγκριση, επομένως, δεν «πληγώνει» λόγω συναισθηματικής φόρτισης, αλλά επειδή αποκαλύπτει μια δυσάρεστη θεσμική αλήθεια: το Κράτος γνωρίζει πώς να λειτουργεί σύννομα και διαφανώς, αλλά η εφαρμογή των κανόνων καθίσταται επιλεκτική όταν διακυβεύεται η ίδια του η ευθύνη.
Το ζήτημα των Τεμπών δεν είναι ζήτημα μνήμης ούτε επικοινωνιακής διαχείρισης. Είναι ζήτημα κράτους δικαίου. Και το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει αμείλικτο: γιατί σε μία υπόθεση τα στοιχεία προστατεύθηκαν με απόλυτη θεσμική αυστηρότητα, ενώ σε μία άλλη αλλοιώθηκαν με πρωτοφανή σπουδή;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι τεχνική. Είναι πολιτική και θεσμική. Εκεί δεν διακυβευόταν η κρατική ευθύνη· στα Τέμπη διακυβευόταν.
Τα Τέμπη δεν ζητούν κάποια συγκίνηση. Ζητούν τη λογοδοσία. Και χωρίς λογοδοσία, το κράτος δικαίου μετατρέπεται σε κενό σχήμα λόγου, το οποίο χάνει την αξιοπιστία του όχι μόνο εντός της Χώρας αλλά και στο σύννομο διεθνές περιβάλλον.
Γράφει ο
Καθ. Αλέξιος Π. Παναγόπουλος
Ακαδημαϊκός (Academician Prof. DDDr. Dr. Habil.)
PhD Νομικών & Πολιτικών Επιστημών
PhD Βιοηθικής
PhD Θεολογίας
Post-Doc Studies (Νομικών, Βιοηθικής, Θεολογίας).
Dr. Habil. του Δικαίου – Διπλωματούχος Υφηγητής.
Πτυχιούχος Ιστορίας/Φιλολογίας, Θεολογίας και Νομικής (δικηγόρος).
Καθηγητής Νομικής FPSP. Ακαδημαϊκός τριών Ξένων Ακαδημιών τών Επιστημών:
– EASA (Ευρώπης)
– MCA (Μόσχας των επτά Σλαβικών Κρατών)
– IEAI (Ινδίας) και Συγγραφέας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου